iΑ. Τα θέλω και οι στρατηγικές τους
Το κεφάλαιο καλύπτει 4 θέματα:
1. Τα θέλω είναι μια δύναμη της φύσης.
2. Το θέλω που ζητά κυριαρχία.
3. Το θέλω που ζητά διάκριση.
4. Τα θέλω γεννάνε 3 στρατηγικές: εξουσία, προστασία, φυγή.
1. Τα θέλω είναι μια δύναμη της φύσης.
Η δύναμη που κινεί τις κοινωνίες είναι τα θέλω των ανθρώπων.
Tα πιο βασικά θέλω είναι για τροφή, για στέγη, για συντροφιά. Αλλά λίγοι αρκούνται σ’αυτά. Διότι το θέλω, από μόνο του, δεν ξέρει πού να σταματήσει· δεν θέλει να σταματήσει. Αν θες δύναμη, πλούτο ή αναγνώριση, σπάνια σε σταματά η λογική κι η χορτασιά. Έτσι είναι η φύση του ανθρώπου. Σε σταματά μόνο ένα αντίθετο θέλω. Έτσι είναι η φύση της κοινωνίας.
Ανάμεσα στα θέλω των ανθρώπων, υπάρχουν δυο που παράγουν μια τεράστια ενέργεια. Είναι μια δύναμη της φύσης – αλλά όχι μια τυφλή δύναμη, όπως ο σεισμός κι η καταιγίδα. Διότι αυτά τα θέλω, τα οδηγεί κάποιος σκοπός: η κυριαρχία και η διάκριση. Ανάλογα με τη συνείδηση που τα οδηγεί, είναι τα πιο δημιουργικά και τα πιο επικίνδυνα.
Παράλληλα, τα θέλω των ανθρώπων είναι πιο πολλά από τα μπορώ του κόσμου· δεν χωράνε όλα μαζί. Θα κυριαρχήσουν αυτά που διαθέτουν ενέργεια, πείσμα, εξυπνάδα, που έχουν καλύτερη στήριξη, ή περισσότερη τύχη. Αυτό μάς το δείχνει η καθημερινή ζωή. Το δείχνει κι η ιστορία, σε όποιο τόπο κι αν κοιτάξεις και σε όποια εποχή.
Τα θέλω τα υπηρετεί η λογική, που ξέρει να δικαιολογεί και το άσπρο και το μαύρο. Τα υπηρετεί και η αντίληψη, που λέει στο θέλω τι να θέλει. Τα θέλω δεν αλλάζουν· αλλάζει μόνο η αντίληψη που τα καθοδηγεί. Η αντίληψη, μάς δείχνει πώς να βλέπουμε τον κόσμο και τη θέση μας σ’αυτόν.
Η κάθε εποχή κουβαλά τη δική της αντίληψη. Το ίδιο παιδί, αν τύχει να γεννηθεί σε άλλη εποχή, θα βγάλει αλλιώς το θέλω του. Παράδειγμα, ο Κοσμάς Μπαρμπάτσης, που ορμάει ξαφνικά να κάψει την τουρκική ναυαρχίδα το 1822, στ’ανοιχτά των Σπετσών. Είναι ένας νέος ψαράς, ασήμαντος μέχρι τότε, που την επόμενη μέρα ξαναπιάνει τα δίχτυα του. Παράδειγμα, ο Σωτήρης Ανάργυρος που φεύγει φτωχός από τις Σπέτσες να βρει την τύχη του. Επιστρέφει γύρω στο 1900 με τεράστια περιουσία και την ξοδεύει για ν’αλλάξει την τροχιά του νησιού. Παράδειγμα ο εφοπλιστής Σταύρος Νιάρχος που, γύρω στο 1960, αποκτά ένα νησί για τις δημόσιες σχέσεις του, όπως έκανε κι ο μέγας του ανταγωνιστής ο Αριστοτέλης Ωνάσης. Η Σπετσοπούλα εμπνέει κι άλλους μιμητές να χτίσουν κι αυτοί επαύλεις που εκφράζουν την αίγλη τους, στις κοντινές παραλίες.
Ο Μπαρμπάτσης γίνεται ήρωας ενώ οι Έλληνες ζητούν την ανεξαρτησία τους, ο Ανάργυρος γίνεται ευεργέτης ενώ είχε παρακμάσει η πλούσια ναυτιλία των Σπετσών, κι ο Νιάρχος γίνεται μαγνήτης κοσμικότητας ενώ η μεταπολεμική Ελλάδα ζητούσε να φανεί ισάξια της πλούσιας Ευρώπης. Νατοι λοιπόν τρεις άνθρωποι που ίσως – για ένα βουδιστή – μπορεί να’ναι και το ίδιο πρόσωπο, που ξαναγεννιέται κάθε δυο γενιές, και χαράζει το θέλω του στην ίδια γωνιά της γης.
2. Το θέλω που ζητά κυριαρχία.
Τι γυρεύουν τόσες πυραμίδες κυριαρχίας, που πάλλονται σπαρμένες στο τοπίο; Κοίτα τις προσεκτικά. Θα τις δεις να παράγουν ένα περιζήτητο μέλι, προσιτό στον καθένα: τη γλύκα της εξουσίας.
Να μια πρόσκαιρη μικρή πυραμίδα όπου, άθελά σου, ίσως βρεθείς στον πάτο της. Όταν βγεις απο την Εθνική Οδό στην Κόρινθο και πας για την Κόστα, απέναντι στις Σπέτσες, ίσως δεις μπροστά σου κάποιο αργοκίνητο φορτηγό, που κλείνει όσους το ακολουθούν. Τούτο δω μπορεί, αν θέλει, να κάνει πιο πέρα για να το προσπεράσουν τ’αυτοκίνητα, μα προτιμά που τ’αναγκάζει να περιμένουν. Απο τη καμπίνα του φορτηγού, ο καθρέφτης δείχνει ένα παλικάρι στο τιμόνι, που απολαμβάνει την εξουσία του.
Γι’αυτό το παιδί, το φορτηγό είναι μια προέκταση του θέλω του. Μια πρόσκαιρη προέκταση, που θα τη χάσει όταν ξεπεζέψει. Θα ξαναγίνει ένα παιδί ανάμεσα στα άλλα, και πουθενά δεν θα φαίνεται πως εξουσίαζε τόσους ανθρώπους.
Μπορεί να μας πει πώς ένιωθε; Να πώς το περιγράφει ο ήρωας στο Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι, για μια ανάλογη κατάσταση: «Άλλοτε εργαζόμουν, τώρα όχι. Ήμουν ένας κακός υπάλληλος. Ήμουν αγενής κι έβρισκα ευχαρίστηση σ’αυτό. Όταν τύχαινε να πλησιάζουν στο γραφείο μου άνθρωποι για να ζητήσουν πληροφορίες, εγώ τους έτριζα τα δόντια μου κι αισθανόμουν μεγάλη ηδονή, όταν κατάφερνα να δυσαρεστήσω κάποιον. Πάντα, σχεδόν, το πετύχαινα. Τις πιο πολλές φορές επρόκειτο για ανθρώπους άτολμους·είχαν την ανάγκη μου.»
«Είχαν την ανάγκη μου»… Νατο ένα πρώτο κλειδί, για τις πυραμίδες της εξουσίας: αυτός που έχει ανάγκη, πάει απο κάτω. Κι αυτός που μπορεί να την ικανοποιήσει, πάει από πάνω. Σ’έχω ανάγκη, με κρατάς. Άρα τι προτιμώ; Να μην έχω ανάγκη κανέναν. Ή να μ’έχουν εμένα ανάγκη οι άλλοι. Εδώ πρόκειται για μια απλή πυραμίδα, όπου είσαι ή πάνω ή κάτω. Πάλι είναι απλή αν αντιστραφούν οι ρόλοι, λ.χ. το παληκάρι του φορτηγού να δουλεύει γκαρσόνι κι ο πελάτης να τον προσβάλλει.
Το θέλω που ζητά κυριαρχία, φτιάχνει μια πυραμίδα για να σταθεί στην κορυφή της. Ή την βρίσκει έτοιμη. Μπορεί να’ναι ένας επαρχιακός δρόμος, μια οικογένεια, ένα συνδικάτο ή ένα κράτος. Όλες μαζί οι πυραμίδες αποτελούν την κοινωνία. Οι πολλοί στη βάση κι οι λίγοι στην κορυφή. Οι πιο μεγάλες έχουν ενδιάμεσα στρώματα, όπου φωλιάζουν άλλες, μικρότερες, πυραμίδες εξουσίας. Εκεί είναι οι επιστάτες: καπετάνιοι, διευθυντές, στελέχη, διοικητές, επίσκοποι, εργοδηγοί, δασκάλοι. Είναι κι οι πιο διχασμένοι: κυρίαρχοι στους αποκάτω και υποταγμένοι στους αποπάνω.
3. Το θέλω που ζητά διάκριση.
Είδαμε το «θέλω να είμαι ισχυρότερος». Ζητάει την υποταγή των άλλων. Να ελέγχει τη συμπεριφορά. Τώρα θα δούμε το «θέλω να ξεχωρίζω». Αυτό το δεύτερο θέλω ζητά την αναγνώριση: να τραβάει το βλέμμα. Ζητά να φτιάξει μιαν εικόνα, ένα πορτραίτο που να λέει, «αυτός είμαι». Εδώ σ’ενδιαφέρει το πώς σε βλέπουν, και το πώς εσυ σε βλέπεις. Δηλαδή η κυριαρχία στην εικόνα, που κι αυτή είναι μια πραγματικότητα.
Πώς όμως να διακριθείς; Θα το πετύχεις αν σε βλέπουν ως ανώτερο, λ.χ. ως πρωταθλητή ή πλούσιο ή επιστήμονα. Αλλά κι αν σε βλέπουν ως ξεχωριστό, λ.χ. για τα καλαμπούρια ή το τατουάζ, την τόλμη ή τα ποιήματά σου.
Οι ιστορίες που συναντάς στις Σπέτσες, σού δείχνουν δυο σίγουρους δρόμους για τη διάκριση. Στον έναν ξοδεύεις τον εαυτό σου. Στον άλλον ξοδεύεις χρήματα.
Ξοδεύεις τον εαυτό σου. Αυτό συμβαίνει όταν βάζεις κάτι άλλο, πιο σημαντικό, πάνω από τη δική σου ύπαρξη.
Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα πολιορκεί τους Τούρκους στο Ναύπλιο και στέκεται όρθια μπρος στα εχθρικά πυρά, ενώ οι ναύτες της σκύβουν για να προστατευθούν. Ο Κοσμάς Μπαρμπάτσης ορμά να κάψει την τουρκική ναυαρχίδα κι αγνοεί τα βόλια που τον σημαδεύουν. Τρέμοντας απο το φόβο, η Άχνες Κατραμάδου προχωρά προς τους αγριεμένους Γερμανούς στρατιώτες που πάνε να εκτελέσουν τους ομήρους, και τους γλιτώνει.
Έτσι θυμόμαστε τους λίγους και ξεχωριστούς. Αλλά υπάρχει κι ένας πιο εύκολος δρόμος.
Ξοδεύεις χρήματα. Ο Ανάργυρος ξοδεύει μια περιουσία κι’ αλλάζει το πρόσωπο του νησιού. Αγοράζει τα χωράφια και τ’αμπέλια, και στη θέση τους φυτεύει δάσος. Φτιάχνει την Αναργύρειο σχολή όπως άλλοι ευεργέτες φτιάχνουν το Ζάππειο, το Μπενάκειο ή το Αβερώφειο – όλα σφραγισμένα με το όνομά τους. Φτιάχνει κι ένα μεγαλοπρεπές αρχοντικό, που δείχνει πόσο ξεχωρίζει απο τους άλλους. Πώς το δείχνει; Με την όψη του, που λέει πως είναι σύγχρονο αρχοντικό του 1900 και όχι σαν αυτά των παλιών καραβοκυραίων. Είναι σύγχρονο αλλά με ρίζες πιο βαθιές απο των άλλων: το δείχνουν τα αιγυπτιακά μοτίβα που διαλαλούν μια σοφία πιο αρχαία κι απο εκείνη των Ελλήνων. Ξεχωρίζει και με τ’όνομά του αρχοντικού, Νηίθ, μια μοναδική αιγυπτιακή θεότητα, η μόνη που έπλασε τον εαυτό της και δεν χρωστά τίποτε σε κανέναν.
Ο Παπαθεοδώρου ξοδεύει και χτίζει την πιο μεγάλη εκκλησία του νησιού, την Αγία Τριάδα. Βάζει μιαν επιγραφή που προειδοποιεί τον επισκέπτη: «μήπως νομίζεις πως είμαι το Μαυσολείο της Αλικαρνασσού; (δηλαδή ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου). Όχι, δεν είμαι παρά η Αγία Τριάδα Σπετσών του Παπαθεοδώρου».
Η Μάγια ξοδεύει για να την αγαπούν. Ήταν, όπως είπε κάποιος, σα να ’βαλαν στοίχημα οι Αρχάγγελοι: να δώσουν μια τεράστια περιουσία σε μια απλή κοπέλα, για να δουν πώς θ’αλλάξει τη μοίρα της. Την περιγράφει ένας παλιός που τη γνώρισε: «Κάθε Σαββατοκύριακο ερχόταν και όσοι ήταν μαζί της κάναν Ανάσταση. Ξόδευε, ξόδευε, τα λεφτά τα είχε free. Πόσα θέλεις να φτιάξεις σπίτι; Εκατό χιλιάρικα, παρ’τα. Επιχείρηση, παρ’τα. Σ’ έβλεπε με παλιό καίκι; Να σου πάρει καινούργιο. Χόρευες καλά; Θυσία η Μάγια. Να σε βάλει να χορέψεις. Να κάνεις την αρκούδα. Ήθελε να είναι απλή, με μεγάλη καρδιά. Να την αγαπάνε οι απλοί ανθρώποι. Όλο ξυπόλητη γυρνούσε, όπως κι αυτοί.»
Ο Νιάρχος ξοδεύει και μετατρέπει τη Σπετσοπούλα σε κυνηγότοπο με φασιανούς κι ελάφια. Εκεί πετυχαίνει ένα παγκόσμιο ρεκόρ: σκοτώνει 3947 πουλιά σε μια μέρα, μαζί με τους 12 διασήμους που φιλοξενεί.
Τέλος, είναι κι άλλοι – ποιόν να πρωτοσκεφτείς; – που ξοδεύουν για κότερα κι επαύλεις, για γάμους μεγαλοπρεπείς και τάφους επιβλητικούς, όπως λ.χ. την πυραμίδα του εφοπλιστή Γουδή στη γυναικεία μονή των Αγίων Πάντων. Μαζί κι οι λιγότερο ευνοημένοι, που ξοδεύουν για επώνυμα κρασιά και ρούχα, για να λένε κι αυτοί «κοίτα το καλό μου γούστο!». Με τη μαζική διαφήμιση, ένα μήνυμα ελπίδας μπαίνει στο κάθε σπίτι και λέει, ζήτα ό,τι θες, γίνε όποιος θες. Είναι απλό: αρκεί ν’αγοράζεις τούτο, να φοράς εκείνο, να τρως το άλλο, να κουρεύεσαι έτσι. Το μήνυμα το φτιάχνουν επιδέξιοι μάστορες, που κουρδίζουν το θέλω σου για διάκριση. Σε βάζουν να ζητάς αυτά που εκείνοι θέλουν. Ετούτοι οι καλοί ψυχολόγοι, οι διαφημιστές, είναι οι λοχαγοί του καταναλωτισμού: αρκετά έξυπνοι για να σιχαίνονται αυτά που κάνουν κι αρκετά σοφοί για να σε λυπούνται. Τα αυτονόητά σου, σ’αυτούς ανήκουν τώρα. Οι δόσεις σου στ’αφεντικά τους.
Και τι έγινε, λες, έτσι νιώθω πιο καλά. Να τι έγινε: πάλι κάποιος άλλος ελέγχει τα δικά σου θέλω, όπως παλιά με τους τυράννους. Αλλά τούτη τη φορά, σου δίνει την αυταπάτη πως είσαι ελεύθερος κι αυτόνομος.
4. Τα θέλω γεννάνε 3 στρατηγικές: εξουσία, προστασία, φυγή.
Δες τη ζωή σαν ένα κουβάρι, φτιαγμένο μ’όλα τα θέλω των ανθρώπων. Το κουβάρι περιέχει τα σημάδια από τα θέλω των άλλων: πόλεις και μνήμες, θεσμοί, αντιλήψεις κι αυτονόητα. Κανείς δεν σε ρώτησε. Τα βρίσκεις έτοιμα. Γεννιέσαι μέσα σ’έναν κόσμο, που τον ζύμωσαν άλλοι. Έναν κόσμο πάντα σε κίνηση, κουβάρι τόσο μπερδεμένο, που δεν μπορείς να το δεις ολόκληρο.
Εκεί μέσα, αλλού τα θέλω θα συγκρουστούν, αλλού θα συνεργαστούν, αλλού θα ματαιωθούν κι αλλού θ’αλλάξουν δρόμο. Διότι είναι πιο πολλά τα θέλω των ανθρώπων από τα μπορώ του κόσμου. Αν δεν καταφέρνεις να’χεις κάποια εξουσία, σου μένει η στρατηγική της άμυνας· δηλαδή προστασία ή φυγή.
Εξουσία, ο δρόμος του λιονταριού: να περνά το δικό μου. Προστασία, ο δρόμος του σκαντζόχοιρου: δεν περνά το δικό μου, αλλά ν’αντέξω την εξουσία του άλλου. Φυγή, ο δρόμος του λαγού: ούτε εξουσία έχω ούτε προστασία· φεύγω να μην πάθω ζημιά.
Πώς διαλέγεις τη στρατηγική σου; Ανάλογα με τις ορέξεις και τις ικανότητές σου. Το χαρακτήρα σου. Δεν έχουν όλοι την ενέργεια και τη φιλοδοξία, για να ζητούν εξουσία. Ίσως και να μην επιλέγεις στρατηγική· να σε αναγκάζουν οι περιστάσεις. Η απόγνωση να κάνει το αρνί λιοντάρι. Μα και το αντίστροφο. Οπότε σού μένουν οι άλλες δυο στρατηγικές: η προστασία κι η φυγή.
—–
01/09/2009 στις 17:13
[...] iΑ. Τα θέλω και οι στρατηγικές τους. iΒ. Τα πρέπει στη θεωρία και στην πράξη. iΓ. Πώς να γνωρίσεις τον εαυτό σου; iΔ. Με ποιανού την πυξίδα κινείσαι; [...]