iiΒ. Η φυσική τάση του επιστάτη για εκτροπή
Το κεφάλαιο καλύπτει 6 θέματα:
1. Τα πειράματα της πολιτείας.
2. Λύση σταθερή και άδικη. Ή ασταθής και δίκαιη.
3. Η ριψοκίνδυνη εκχώρηση στους επιστάτες.
4. Οι επόμενες γενεές σβήνουν μια χρήσιμη μνήμη.
5. Οι θεσμοί θέλουν συχνό ματσακόνι.
6. Μια πολιτεία με τάξη.
.
1. Τα πειράματα της πολιτείας.
Η μια πλευρά της φύσης είναι ευλογία Θεού: όμορφη, στοργική, γενναιόδωρη. Η άλλη πλευρά είναι σκληρή, ανελέητη κι αδιάφορη. Απέναντί της, ζητάμε προστασία: λιτανεία για βροχή, γέφυρα στο ρέμα, μαγικό ξόρκι, φάρμακο για την αρρώστια, αντισεισμική κατασκευή. Το ίδιο και με τους ανθρώπους. Απο τη μια, το αχόρταγο θέλω για κυριαρχία· κι απέναντί του, το θέλω για προστασία: δυο δυνάμεις που τρέφουν η μια την άλλη κι αναγεννιώνται συνεχώς.
Αυτές οι δυο δυνάμεις χτίζουν και ρίχνουν τις πολιτείες, απο τότε που υπάρχουν άνθρωποι. Βασιλιάδες και τυράννοι, δημαγωγοί και σοφοί κυβερνήτες, θεοκρατικά κι αστυνομικά κράτη, ολιγαρχίες και δημοκρατίες, αναρχία κι ουτοπία: όλα τα δοκιμάσαμε. Απ’όλα αυτά τα πειράματα, τι συμπέρασμα βγαίνει;
Ποιός είναι λοιπόν ο καλύτερος τρόπος για να κυβερνιέται ένας τόπος; Ποιά είναι η σωστή πολιτεία; Θα το δούμε σ’αυτό το κεφάλαιο.
Να μια πρώτη απάντηση: μάθαμε, με τους αιώνες, αυτά που δεν προτιμάμε. Πρώτα μίλησε το «όχι». Δεν προτιμάμε λ.χ. να κυριαρχεί ο νόμος της ζούγκλας και το «έτσι θέλω» του πιο δυνατού. Και σταδιακά μίλησε το «ναι». Μάθαμε τι προτιμάμε: μια πολιτεία με σεβασμό και νόμους.
Με σεβασμό;
Σε πολλά πειράματα της ιστορίας, τον άνθρωπο τον έχουν για σκουπίδι. Όμως κάθε τόσο, κάποιες φωνές μιλούσαν για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, κι άρχισαν να διαμορφώνουν το κριτήριο. Αυτό το κριτήριο πήρε την πιο επίσημη μορφή το 1948, στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, με την παγκόσμια Διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που την υπέγραψαν όλα τα κράτη· ακόμα κι αυτά που δεν σκοπεύαν να την εφαρμόσουν. Λέει η Διακήρυξη, ότι η ελευθερία κι η δικαιοσύνη, έχουν το εξής θεμέλιο: την αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα των ανθρώπων. Ποιά δικαιώματα; Να μη μάς απειλεί ο φόβος και η φτώχεια, και να μιλάμε ελεύθερα. Αυτά τα θεμελιώδη δικαιώματα, πρέπει να τα προστατεύει ο νόμος. Αλλιώς, αν υπάρχει τυραννία και καταπίεση, ο άνθρωπος δεν έχει άλλη προσφυγή, παρά την εξέγερση. Αυτά ορίζει η Διακήρυξη του ΟΗΕ. Υπάρχουν τόποι όπου δεν εφαρμόζονται· αλλά ακόμα κι εκεί, κανείς πια δεν επικαλείται ένα αντίθετο κριτήριο, ότι λ.χ. μόνο οι άρχοντες έχουν δικαίωμα λόγου. Επικαλούνται κρίσιμες περιστάσεις και εθνικούς κινδύνους.
Με νόμους;
Όλοι έχουν νόμους, αλλα το θέμα είναι, ποιόν υπηρετούν; Ποιός νομοθετεί; Ποιός εφαρμόζει το νόμο; Ποιός τηρεί την τάξη, τιμωρεί κι αμείβει; Ποιός θα εξασφαλίζει την τάξη, την ισονομία και το σεβασμό; «Ο καλός άρχοντας»· δεν υπήρχε άλλη απάντηση, την εποχή που όλες οι πυραμίδες ήταν όμοιες, όπου η κορυφή έλεγχε τη βάση. Αλλά τότε τι κάναν αν ήταν δόλιος ο αυλικός κι ο υπουργός; Ή αν ο άρχοντας ήταν κακός;
Δοκιμάσαμε διάφορα καθεστώτα. Οι Έλληνες είδαν πρώτοι, πως την ισονομία την κατοχυρώνουμε καλύτερα με θεσμούς δημοκρατίας, όπου όλοι έχουν το δικαίωμα να εκλέγουν και ν’ανακαλούν τους άρχοντες, να συζητούν ελεύθερα, να κρίνουν και να νομοθετούν. Έτσι, η δημοκρατία κι η ελευθερία, τα παιδιά της ισονομίας, δημιούργησαν έναν κοινό τόπο που είναι δεκτός παντού στον κόσμο – ακόμα κι αν δεν εφαρμόζεται στα αυταρχικά κράτη. Αυτός ο κοινός τόπος, αυτό το αυτονόητο, σου λέει να φέρεσαι ως πολίτης και όχι ως υπήκοος. Στην πυραμίδα της δημοκρατίας, η βάση ελέγχει και κρίνει την κορυφή, σύμφωνα με σαφείς κανόνες. Η βάση αυτών των κανόνων είναι το Σύνταγμα. Στην Ελλάδα, το τελευταίο άρθρο του Συντάγματος (120) ορίζει ότι η τήρηση του επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που έχουν και δικαίωμα, αλλά και υποχρέωση, να αντισταθούν με κάθε μέσο σε όποιον επιχειρεί να το καταλύσει..
Είναι ενδιαφέρον να δούμε αυτή την ανάγκη, για σεβασμό και νόμους, πώς την εκφράσαμε κάποια εποχή. Πριν έρθει ο Όθωνας στην Ελλάδα, πολλοί λέγανε «Θέλουμε Βασιλιά». Εννοούσαν πως θέλουμε κάποιον που ν’ακούει τον απλό πολίτη και να διορθώνει την αδικία του υπουργού ή του διοικητή. Στο νου τους τότε, ένας βασιλιάς είναι πάντα καλός, ένας δίκαιος και στοργικός πατέρας. Κανείς δεν σκεφτόταν, φαίνεται, τα λόγια του προφήτη Σαμουήλ στην Παλιά Διαθήκη (Α’ Βασιλειών), όταν οι πρεσβύτεροι του είπαν, «Δώσε μας έναν βασιλιά για να μάς κυβερνάει». Εκείνος τους προειδοποιεί: «Θα παίρνει τους γιους σας και θα τους βάζει στις άμαξες και στ’ άλογά του, και για να τρέχουν μπρος απ’ τη δική του άμαξα. Θα παίρνει τις κόρες σας για να του φτιάχνουν αρώματα, να του μαγειρεύουν και να του ζυμώνουν. Θα πάρει τα καλύτερα χωράφια και τ’ αμπέλια και τους ελαιώνες σας και θα τα δώσει στους αξιωματούχους του. Από τα πρόβατά σας θα παίρνει το δέκατο κι εσείς θα είστε δούλοι του. Θ’ αρχίσετε τότε να παραπονιέστε στον Κύριο για το βασιλιά σας, που εσείς τον εκλέξατε να σας κυβερνάει, αλλά ο Κύριος δε θα σας απαντήσει.» Αυτοί επέμεναν· κι έτσι απέκτησαν για βασιλιά τον πιο ψηλό και γεροδεμένο, τον Σαουλ, που τον θυμόμαστε διότι προσπαθούσε να εξοντώσει τον Δαυίδ, που είχε προηγουμένως σκοτώσει τον Γολιάθ.
2. Λύση σταθερή και άδικη. Ή ασταθής και δίκαιη.
Κάθε πολιτεία διαθέτει τρεις εξουσίες: εκτελεστική, νομοθετική και δικαστική. Τα πειράματα έδειξαν πως όταν και οι τρεις είναι στα ίδια χέρια, έχουμε τυραννία. Το ιδανικό είναι να τις διαχωρίζουμε, για να υπάρχει ισορροπία ανάμεσά τους. Η εκτελεστική εξουσία (κυβέρνηση) να εκλέγεται, για να μπορούμε να την αλλάζουμε. Η νομοθετική (δηλαδή βουλή), εκλεγμένη κι αυτή, να ελέγχει την εκτελεστική. Και η δικαστική, ανεξάρτητη από τις άλλες δυο, να εξασφαλίζει αμερόληπτα τη δικαιοσύνη. Αυτο το ιδανικό της δημοκρατίας, μια κυβέρνηση δύσκολα το δέχεται στην πράξη, κι ας λέει το αντίθετο. Πάντα θέλει να έχει δίκιο και την ενοχλεί όταν άλλοι ελέγχουν το θέλω της. Προσπαθεί να παρακάμπτει τους νόμους και τις δικαστικές αποφάσεις που την εμποδίζουν. Όμως υπάρχει και μια δεύτερη γραμμή άμυνας για τη δημοκρατία, με άλλα χαλινά κι αντίβαρα που περιορίζουνε την εξουσία. Είναι οι θεσμοί που λέγονται εκλογές, αντιπολίτευση, ελευθεροτυπία και κοινή γνώμη. Έτσι η εξουσία, δεν μπορεί ανεξέλεγκτα να κάνει ό,τι θέλει, ή τουλάχιστον, όχι για μεγάλο διάστημα.
Δεν άργησε να φανεί η ατέλεια της δημοκρατίας: ότι ενώ είναι μια λύση δίκαιη, είναι συγχρόνως ασταθής, που πρέπει συνεχώς να ισορροπεί ανάμεσα σε δυο εκτροπές: απο τη μια πλευρά την αταξία κι απο την άλλη τον αυταρχισμό.
Η δημοκρατία είναι ασταθής, κι ο πιο σημαντικός λόγος είναι οι επιστάτες της, που τους χρειάζεται για να λειτουργεί. Οι επιστάτες είναι η ενδιάμεση τάξη – υπουργοί, βουλευτές, σύμβουλοι, δήμαρχοι κλπ – που εργάζεται για να λειτουργούν οι θεσμοί. Απο τους επιστάτες ενός άρχοντα, τι να περιμένουμε; Ενώ απο τους επιστάτες μιας δημοκρατίας – που τους θέλουμε να’ναι σαν κι εμάς – περιμένουμε πολλά. Ανάμεσά τους πάντα υπάρχουν σωστοί άνθρωποι, και χάρη σ’αυτούς προχωράει ό,τι καλό διαθέτουμε. Όμως ο κακός επιστάτης έχει πιο δυνατά κίνητρα απο τον σωστό. Έχει πιο έντονο το «θέλω κυριαρχία»· ζητά ν’αυξάνει την προσωπική του εξουσία και βάζει τους θεσμούς να τον υπηρετούν αυτόν. Έτσι, οι σωστοί επιστάτες που υπηρετούν τους θεσμούς, βρίσκονται σε δεύτερη μοίρα. Ενώ πρέπει να τους στηρίζουμε, δεν ξέρουμε πώς. Ούτε ξέρουμε ποιοί είναι, αν δεν μάς το πει κάποιος απο μέσα. Κι έτσι ξαναρχόμαστε στο ίδιο παλιό ερώτημα: ποιός θα φυλάει τους φύλακες;
Το 1967, στην Ελλάδα, κάποιοι επιστάτες – απο το χώρο του στρατού – επιβάλαν μια δικτατορία: το πολίτευμα όπου και οι τρεις εξουσίες είναι στα ίδια χέρια. Καταργήσαν τους θεσμούς της δημοκρατίας διότι, όπως έλεγαν, προκαλούσαν ακυβερνησία, που απειλούσε την τάξη και τη σταθερότητα. Γι’αυτούς, το πιο σημαντικό ήταν η σταθερότητα κι η τάξη, κι όχι να περιορίζουν άλλοι την εξουσία τους. Αυτοί ξέραν τι είναι σωστό. Οι άλλες γνώμες δεν μετρούσαν. Τέτοια πολιτεύματα υπήρχαν πάντα, όπως του Φαραώ, του Αυτοκράτορα και του Σουλτάνου η ακόμα πιο πρόσφατα, εκείνα που εφάρμοσαν τον κομμουνισμό (λ.χ. στη Ρωσία) τον φασισμό (λ.χ. στην Ιταλία) ή τη θεοκρατία (λ.χ. στην Περσία).
Κι έχουν ακόμα μέλλον οι δικτατορίες, για δυο λόγους. Πρώτο, διότι το πάθος της εξουσίας πάντα γυρεύει νέες ευκαιρίες. Και δεύτερο, διότι η δημοκρατία τείνει πάντα προς την αστάθεια. Για να ισορροπεί, χρειάζεται μια κουραστική προσπάθεια. Αλλιώς, την απειλούν δυο κίνδυνοι.
Ο ένας κίνδυνος είναι η αταξία κι η ακυβερνησία. Σ’αυτά αναφέρονται κάποιοι, όταν λένε λ.χ. «που είσαι Παπαδόπουλε, να κρεμάσεις δυο στο Σύνταγμα», θέλοντας έτσι να πουν ότι τα στραβά θα διορθωθούν όταν υπάρχει φόβος. Ο Αντώνιος Μιαούλης γράφει το 1829 ότι τον καιρό της τουρκοκρατίας, ο Καπουδάν Πασάς (αρχηγός του στόλου) διόρισε έναν κυβερνήτη στην Ύδρα, και «δια να βάλη την ευταξίαν ο Πλοίαρχος Γ. Βούλγαρης την πρώτην φοράν, ότε ήλθε να διοικήση την Ύδραν, εσκότωσεν από το ξύλον τον πρώτον ατακτήσαντα Μαυροπαίδην λεγόμενον.» Γιατί ατάκτησε ο Μαυροπαίδης; Μήπως καλώς έπραξε; Ποιός τον κατηγόρησε; Ποιός τον υπεράσπισε; Κι αν δεν είχε διοριστεί ο Βούλγαρης, οι καραβοκύρηδες της δημογεροντίας, δεν ξέραν πώς να διατηρούν την τάξη; Φυσικά ξέρανε. Όμως για όλα αυτά, δεν λέει τίποτε ο Μιαούλης διότι – γι’αυτόν όπως για τον Βούλγαρη, τον Παπαδόπουλο και τόσους άλλους – αυτό που μετράει, είναι οι εντυπώσεις απο την ατσάλινη πυγμή. Τους νοιάζει η σταθερότητα, ακόμα κι αν διαφθείρει την κοινωνία και στηρίζεται στην αδικία.
Ο άλλος κίνδυνος, είναι η εκχώρηση στους επιστάτες, που λένε στον πολίτη, «άσε το σε μας, εσύ ξένοιασε!». Εδώ η εκτροπή γίνεται διακριτικά, όπως με τις σιωπηλές αρρώστειες, λ.χ. το διαβήτη, τη νεφροπάθεια ή τον καρκίνο. Τότε, οι θεσμοί της δημοκρατίας λειτουργούν τυπικά αλλά στην ουσία είναι άρρωστοι.
Έχουμε λοιπόν αυτό το παράξενο δίλημμα: Λύση σταθερή και άδικη. Ή λύση ασταθής και δίκαιη. Το ζητούμενο λοιπόν, είναι να διαχειριστούμε την αστάθεια, μιάς και αναγκαστικά συνοδεύει τη δημοκρατία. Κι εδώ το κύριο όργανο, γι’αυτή τη διαχείριση, είναι οι επιστάτες.
3. Η ριψοκίνδυνη εκχώρηση στους επιστάτες.
Εκχώρηση είναι να δίνεις σε άλλον τα δικαιώματα που σού ανήκουν. Λ.χ. οι ιδιοκτήτες μιας επιχείρησης βάζουν έναν διευθυντή να τη διοικεί, και του εκχωρούν το δικαίωμα να ενεργεί για λογαριασμό τους, σαν να ήταν αυτός ο ιδιοκτήτης. Αλλά ο διευθυντής, ως επιστάτης, δεν είναι ιδιοκτήτης· απλώς ενεργεί στη θέση του. Το ίδιο ισχύει και για τα δημόσια πράγματα, όπου ο επιστάτης ασκεί διαχείριση για λογαριασμό της κοινωνίας.
Στη δικτατορία ο επιστάτης αυτο-διορίζεται κι έτσι δεν υπάρχει εκχώρηση.
Στη δημοκρατία, εκλέγουμε τους επιστάτες – όπως βουλευτές ή δημάρχους – και τους αμείβουμε για να διαχειρίζονται τα δημόσια πράγματα, δηλαδή την πολιτεία. Κι αυτοί με τη σειρά τους, διορίζουν τους επιμέρους διοικητές. Όλοι τους έχουν μια δουλειά που είναι δύσκολη και απαιτητική. Όποιος ασχοληθεί, θ’αμείβεται με κούραση, παρεξήγηση κι εχθρότητα. «Οι απο πάνω σού στρίβουν τ’άντερα κι οι απο κάτω το βιολί τους», όπως είπε ένας βουλευτής. Μια τόσο άχαρη δουλειά, θα έπρεπε – λογικά – να την αναθέτουμε με κλήρο. Σαν αγγαρεία: «Ωχ, κληρώθηκα ο φουκαράς να εκπροσωπώ την Αρκαδία! Αμάν, μού δώσαν να διοικώ τα νοσοκομεία!». Άν λοιπόν τους ρόλους της επιστασίας, στα δημόσια πράγματα, τους μοιράζαμε με κλήρο, τότε οι επιστάτες θα’ταν κανονικοί πολίτες που στρατεύονται για ένα διάστημα, κι ύστερα επιστρέφουν στο κουρείο, τον πάγκο, το ιατρείο και το σχολείο τους.
Αλλά οι επιστάτες δεν είναι κανονικοί πολίτες. Ξεχωρίζουν, διότι κυνηγάνε τη δημόσια θέση· δηλαδή είναι άνθρωποι φιλόδοξοι που αυτο-επιλέγονται. Διότι οι θέσεις της επιστασίας, μοιράζονται με το εκλογικό σύστημα και τα κόμματα. Αυτές οι θέσεις είναι πάντα λιγότερες απο τους υποψηφίους. Αυτοί που θα ξεχωρίσουν, είναι οι υποψήφιοι με το πιο επίμονο θέλω για εξουσία και διάκριση. Κι έτσι, το αιώνιο θέλω για κυριαρχία, βρίσκει νέους χώρους για να τρέφεται, σ’αυτούς τους ρόλους της επιστασίας.
Αυτο-επιλέγονται λοιπόν οι επιστάτες γι’αυτές τις άχαρες δημόσιες θέσεις. Έχουν όμως την αμοιβή που ζητούν, δηλαδή εξουσία και διάκριση, συν ό,τι άλλη ευχαρίστηση μπορούν να λάβουν απο τη θέση τους. Ως αντάλλαγμα, δεσμεύονται μ’ένα συμφωνητικό που αυτοί το’χουν γράψει, το «εκλογικό πρόγραμμα». Αναλαμβάνουν τα αξιώματα κι αρχίζουν ν’ανοίγουν μια διχάλα, ανάμεσα στη δέσμευση και την πράξη. Είναι αναπόφευκτο· αυτό μπορεί να συμβεί στον καθένα. Όμως ο επιστάτης, αυτή τη διχάλα, πώς την αντιμετωπίζει;
Σπάνια την αντιμετωπίζει με ειλικρίνεια, να εξηγήσει πώς λοξοδρομεί, γιατί αμελεί, πώς παρασύρεται και πού φταίει. Οι πολίτες το βλέπουν· γι’αυτό και στις δημοσκοπήσεις για την αξιοπιστία, βαθμολογούν χαμηλά τους επιστάτες. Ο επιστάτης το ξέρει, αλλά είναι εγκλωβισμένος σε μια τραγική παγίδα.
Μη ξεχνάμε πως αυτο-επιλέχτηκε με τη δύναμη της φιλοδοξίας του. Μπήκε σ’ένα ρόλο που συνέχεια ερεθίζει το θέλω του για εξουσία. Αυξάνει την επιρροή του κι αυτό του δίνει ψυχική δύναμη. Αν το βάλει σκοπό, ο επιστάτης ξέρει πώς να διαστρέψει και τον πιο σημαντικό θεσμό.
Γι’αυτό, η τάση για εκτροπή είναι σύμφυτη με την επιστασία.
4. Οι επόμενες γενεές σβήνουν μια χρήσιμη μνήμη.
Υπάρχει και κάτι άλλο, που πάντα υπονομεύει το πολίτευμα. Είναι η διαδοχή των γενεών.
Για παράδειγμα, τη μεγάλη ναυτιλία των Σπετσών, την έφτιαξε η πρώτη γενιά των καραβοκυραίων. Σχεδόν όλοι βγήκαν στη θάλασσα απο παιδιά. Δεν μάθαν γράμματα· η τέχνη τους ήταν το καράβι και το ταξίδι, το εμπόριο κι η μάχη. Φτιάξαν περιουσίες κι αρχοντικά, πολέμησαν στην Επανάσταση. Μαζι στα καράβια, είχαν τους γιούς τους. Ζυμώθηκαν κι αυτοί στη θάλασσα κι όταν φτιάξαμε Κράτος, ζυμώθηκαν και στην πολιτική. Τι έγινε όμως με τα εγγόνια, την τρίτη γενιά; Οι μανάδες τους δεν τ’άφηναν να βγουν στη θάλασσα. Είχαμε πια το δικό μας κράτος, η επιχείρηση έφερνε ένα καλό εισόδημα και τ’αγόρια μπορούσαν να πάνε να σπουδάσουν να γίνουν επιστήμονες. Η σκληρή εποχή ήταν πια παρελθόν. Τα εγγόνια ζούσαν σε μια νεα εποχή, πιο στρωμένη, που θα την παρέδιδαν στα δικά τους παιδιά και εγγόνια. Ξέσπασε όμως ένας πόλεμος μακριά, στην Κριμαία, κι έφερε τα πάνω κάτω στις Σπέτσες. Διότι διέκοψε τα δρομολόγια των καραβιών, που στηρίζαν τις επιχειρήσεις. Αν ήταν στα πράγματα οι πρώτοι καραβοκυραίοι, άνθρωποι της πιάτσας, θα ξέραν πώς να βρούν άλλα φορτία κι άλλα δρομολόγια. Μια αναστάτωση, φέρνει πάντα νεες ευκαιρίες. Δεν ξέρανε πώς να τις δουν οι Σπετσιώτες εγγονοί. Τις είδαν και τις άρπαξαν οι Χιώτες καραβοκυραίοι. Επειδή οι Τούρκοι είχαν καταστρέψει το νησί τους, αυτοί ήταν ακόμα στο ξεκίνημα, και είχαν την ευστροφία του πρωτοπόρου. Έτσι, αυτό που κατέστρεφε τον Σπετσιώτη, πλούτιζε τον Χιώτη. Το ίδιο πράγμα, το βλέπαν αλλιώτικα, διότι ανήκαν σε άλλες γενιές.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει στα πολιτικά πράγματα. Αγωνίζεται μια γενιά και πετυχαίνει κάτι, λ.χ. την απελευθέρωση απο τους Τούρκους, το Σύνταγμα, την οκτάωρη εργασία, την ελευθερία του λόγου. Αυτές τις κατακτήσεις τις ζει στο πετσί της και ξέρει πόσο είναι πολύτιμες. Δεν συμβαίνει το ίδιο με τις επόμενες γενεές, που τις βλέπουν ως οριστικές και δεδομένες. Δεν μπορούν να νιώσουν πώς θα είναι η ζωή, αν δεν υπήρχαν.
Κι έτσι, με τη σβησμένη μνήμη τους, δεν αγανακτούν όταν οι επιστάτες περιορίζουν μιαν ελευθερία, αφαιρούν ενα δικαίωμα ή φιμώνουν μια φωνή.
Όμως οι επόμενες γενεές δεν είναι παντού αδιάφορες. Αγανακτούν! Με τη διαφθορά του πολιτικού, τον εγωισμό του συνδικαλιστή, τη βια του αστυνομικού, την αδιαφορία του δημόσιου υπαλλήλου, την αταξία στο νοσοκομείο. Αλλά πού στρέφουν την αγανάκτηση; Πρόσεξε πριν απαντήσεις!
Την αγανάκτηση τη στρέφουν στο θεσμό και όχι στον υπεύθυνο επιστάτη που τον ανέλαβε, για να λειτουργεί σωστά. Καταδικάζουν το θεσμό (το κοινοβούλιο, τη δημόσια τάξη, το δημόσιο νοσοκομείο, τη δικαιοσύνη) αντί να πιέζουν τον επιστάτη (τον πολιτικό προϊστάμενο) για να λειτουργούν σωστά τα κόμματα, η αστυνομία, τα νοσοκομεία ή τα δικαστήρια.
Αλλά έτσι βοηθάνε την εκτροπή.
Για να καταλάβουμε το πρόβλημα, ας θυμηθούμε την έννοια της λέξης «φάρμακο». Φάρμακο αρχικά, ήταν το βότανο: ένα φυτό με φαρμακευτικές ιδιότητες. Με τα χιλιάδες πειράματα, είδαν πως το ίδιο βότανο, ανάλογα με τη δόση, μπορεί να θεραπεύει ή μπορεί να φαρμακώνει. Φάρμακο είναι κι ο θεσμός, ανάλογα με τους επιστάτες. Λ.χ. ο θεσμός του συνδικαλισμού: ο συνδικαλιστής μπορεί να βοηθάει τους εργαζόμενους, αλλά μπορεί και να τους βλάπτει. Ο θεσμός αποκτήθηκε με θυσίες διότι είναι πολύτιμος. Αλλά όπως η ελευθερία ή το κοινοβούλιο, είναι «φάρμακο».
Έτσι, όταν τα βάζεις με τους θεσμούς ενώ φταίνε οι επιστάτες, βοηθάς τους φταίχτες.
5. Οι θεσμοί θέλουν συχνό ματσακόνι.
Είδαμε, μέχρι τώρα, πώς οι επιστάτες κι η λησμονιά, εκτρέπουν τους θεσμούς απ’το σκοπό τους. Τους στραβώνουν, τους γεμίζουνε σαβούρα και σκουριά. Γι’αυτό, όπως και τα πλοία, οι θεσμοί θέλουν συχνό ματσακόνι, για να καθαρίζει το μέταλλο.
Ματσακόνι, λέει το λεξικό του Μπαμπινιώτη, είναι το μεγάλο σφυρί με μυτερά κι οδοντωτά άκρα, για να χτυπάνε τις λαμαρίνες του πλοίου και ν’αφαιρούν τη σκουριά και τα παλιά στρώματα μπογιάς.
Αλλά ποιοί θα πιάσουνε το ματσακόνι; Ας πάρουμε λ.χ. την Εκκλησία, ένα θεσμό με σημαντικό ρόλο, σοφή οργάνωση, προσεκτικές διαδικασίες κι υποδειγματικές αξίες. Κι όμως, σ’ένα τέτοιο θεσμό, βλέπεις τέτοια σκάνδαλα που διερωτάσαι, πώς τ’αφήσαν να συμβούν; Σκέψου το θίασο: μια χούφτα ανθρώπων κινει το σκάνδαλο και δεκάδες άλλοι το κοιτάνε καθώς εξελίσσεται. Γιατί κάνουν πως δεν βλέπουν;
Υπάρχει μια αφελής απάντηση που λέει, «να βρούμε ανθρώπους άφθαρτους». Όμως οι άφθαρτοι είναι και άβγαλτοι. Τότε όμως ποιοί, αυτοί που βλέπουν και κάνουν τα στραβά μάτια; Ναι, αυτές οι περπατημένες Μαγδαληνές που ξέρουν. Αρκεί να βρούν το θάρρος. Ας δούμε για παράδειγμα τι έγινε στην Κρήτη. Ο ισχυρός της περιοχής, υπουργός κιόλας, εκάλυπτε τους χασισοκαλλιεργητές, κι έδινε γραμμή στις κρατικές αρχές να κάνουν τα στραβά μάτια. Κι όμως βρέθηκαν αστυνομικοί που εναντιώθηκαν. Πρωτοφανές κι ελπιδοφόρο: τα όργανα του κράτους, απο κάποια στιγμή και πέρα, ν’αρνιούνται τις παράνομες εντολές. Πώς έγινε κάτι τέτοιο; Διότι κάποιοι βρήκαν το θάρρος. Διότι το ζητούμενο δεν είναι μόνο η αλήθεια, είναι να’χεις και το θάρρος να την πεις. Θα το βρεις αν δεν είσαι μόνος· παντα υπάρχουν κι άλλοι σαν εσένα, ο ένας να στηρίζει τον άλλο.
6. Μια πολιτεία με τάξη.
Αυτά που ακολουθούν, για πολλούς ανθρώπους, αποτελούν ιδανικό κι ελπίδα. Πρόκειται για το «κοινοτικό κεκτήμενο» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή οι θεσμοί που πρέπει να υιοθετεί μια χώρα που θέλει να είναι μέλος. Αυτό σημαίνει:
- ελευθερία τύπου και έκφρασης
- εναλλαγή κυβερνήσεων με δημοκρατικές εκλογές
- θεσμοί ανεξάρτητης δικαιοσύνης
- θεσμοί πρόνοιας, όπως παιδεία, υγεία και κοινωνική περίθαλψη
- το δικαίωμα του πολίτη που αδικείται απο το κράτους του, να προσφεύγει και στο Ευρωπαϊκό δικαστήριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Όταν υπάρχουν αυτά τα απλά πράγματα, τότε έχουμε τάξη, με σεβασμό και δικαιοσύνη. Και όταν εκτρέπονται, τότε έχουμε αταξία.
—–
10/09/2009 στις 18:57
[...] iiΑ. Τα κριτήρια της τάξης. iiΒ. Η φυσική τάση τού επιστάτη για εκτροπή. iiΓ. Τρία μέτωπα διαμάχης. [...]
17/09/2009 στις 10:46
[...] Πρώτο, αυτό το άρθρο τεκμηρίωνει παραστατικά «το φαινόμενο των γενεών» που πήρε το όνομα “Buddenbrooks effect” απο το μυθιστόρημα Μπούντενμπρουκς του Τόμας Μαν. Εδώ, «πρίγκηπες της Μπάλτιζας» είναι κάποια νεα παιδιά που μεγάλωσαν μέσα στον πλούτο, τη δύναμη και την κολακεία. Όλα αυτά, τους δίνουν πολλούς τρόπους να δώσουν νόημα στη ζωή τους. Ο καθένας διαλέγει. Και το άρθρο του Δημήτρη Μαρκόπουλου δείχνει τι διάλεξαν, κάποια απο αυτά τα παιδιά. Το ίδιο φαινόμενο των γενεών εξηγεί και γιατί παρήκμασε η ναυτιλία των Σπετσών. Θα βρείτε την περιγραφή στο «4. Οι επόμενες γενεές σβήνουν μια χρήσιμη μνήμη» της σελίδας http://anataxis.wordpress.com/2taxikektropi/iib-epistatis/ [...]