iiiΔ. Άρα εγώ, τι να κάνω;
Το κεφάλαιο καλύπτει 5 θέματα:
1. Η εκτόνωση της κοινωνικής ενέργειας.
2. Αγωγή και ενημέρωση.
3. Συνήγοροι θεσμών.
4. Πίεση διαγώνια.
5. Ασκήσεις θάρρους.
.
Ας μιλήσουμε τώρα πιο πρακτικά. Πώς μπορεί η ενέργεια της κοινωνίας να γίνει μοχλός για την ανάταξη της πολιτείας; Διότι αν είμαστε αρκετοί, και πιέζουμε όλοι στον ίδιο στόχο – δηλαδή στην πολιτική – τότε παράγουμε μια τεράστια κοινωνική ενέργεια που μπορεί να σκουντήξει βουνά.
1. Η εκτόνωση της κοινωνικής ενέργειας.
Το πρώτο ζητούμενο είναι να προσέξουμε τις παγίδες που διασπάνε και απορροφούν αυτή την ενέργεια, ώστε να ξεθυμαίνει χωρίς να θίγει την εκτροπή.
Πιάσε το σύμπτωμα, άσε το πρόβλημα. Ασχολείσαι με το περιβάλλον. Κινητοποιείς κι άλλους. Εκεί ρίχνεις τις δυνάμεις σου. Αλλά για στάσου: είναι σαν να φροντίζεις ένα τυραννημένο άλογο και ν’αγνοείς τον βάναυσο καροτσέρη. Πιάνεις το σύμπτωμα κι όχι το πρόβλημα. Γιατί; Διότι έτσι αποφεύγεις κάτι δυσάρεστο, τη σύγκρουση με τον καροτσέρη, όπου κινδυνεύεις να φάς ξύλο. Και νιώθεις ανωτερότητα: πως τον τιμωρείς ηθικά, ενώ μετριάζεις τη ζημιά που προκαλεί. Κερδίζεις διπλά.
Αυτό κάνεις κι απέναντι στην αταξία των επιστατών. Και έτσι, η τεράστια κοινωνική ενέργεια, που γεννιέται απο την αδικία και τη περιφρόνηση, αντί να πιέζει το στόχο που πρέπει, σκορπιέται και ξεθυμαίνει. Οι υπεύθυνοι μένουν απείραχτοι κι εσύ ευχαριστημένος.
Βαβούρα. Προσφέρεις παντού. Είσαι καλός άνθρωπος, γενναιόδωρος κι ανοιχτόκαρδος. Στα παιδάκια της Αφρικής. Τις φάλαινες που σφάζονται. Τα δέντρα που κόβουν. Κι όμως· γιατί δεν μπαίνεις σ’ένα κόμμα, με άλλους χιλιάδες σαν και σένα, να το σκουντήξετε με την ενέργεια σας; Διότι προτιμάς ν’ασχολείσαι με την πιτυρίδα της πολιτικής, παρά με τα κεφάλια.
Δεν λέω πως είναι άχρηστα όσα κάνεις. Αν δεν τα’καμνες, ο κόσμος θα’ταν χειρότερος. Αλλά είναι σαν τη φιλανθρωπία, σε σύγκριση με τη δικαιοσύνη.
Καταγγελία ή καταγγελιά; Είσαι επαναστάτης. Στο ντύσιμο, στο μαλλί, στην ομιλία. Αντιεξουσιαστής. Η όψη σου είναι χαστούκι στην εξουσία. Κι εκείνη σε τροφοδοτεί με τα ρούχα, τις αφίσες και τη μουσική της διαμαρτυρίας, για να σφηνωθείς καλύτερα μέσα στ’αδιέξοδό σου.
Αυτή είναι η καταγγελιά, όπως λέμε παραγγελιά, όπου μερακλώνεις και ξεδίνεις για να κοιτάν οι άλλοι. Κανέναν δεν απειλείς, κανείς δεν σε φοβάται. Είναι πόζα διάκρισης. Ενώ η ξαδέλφη της καταγγελιάς, η καταγγελία, όταν γίνεται πραγματικά, θέλει θάρρος για βγάλεις κάτι σκοτεινό στη λιακάδα, να εκθέσεις αθλιότητες.
Μπουνιά στο σύμβολο, όχι στο στόχο. Στην πορεία, στη συγκέντρωση, νιώθεις ότι κάτι κάνεις. Μεταλαμβάνεις στο μύθο του πανίσχυρου λαού. Βρίζεις τον αδελφό και τον πατέρα σου, που βγάζουν μεροκάματο με τη στολή του αστυνομικού και νιώθεις όμορφα: «αααχ, τους έχεσα πατόκορφα!» Και πίσω τους, η εκτροπή σ’ευχαριστεί για τη τζάμπα παλληκαριά σου. Σκέψου όμως τι θα γινόταν, αν κάθε μέρα κατεβαίνατε πλήθος για ν’αγκαλιάζετε 20 βουλευτές και δυο τηλεοράσεις, και να τους ζητάτε τιμιότητα και θάρρος.
2. Αγωγή και ενημέρωση.
Πώς να μιλάμε για την πολιτική και τους πολιτικούς; Ο πιο συνηθισμένος τρόπος είναι το τσουβάλιασμα («είναι όλοι ίδιοι») ή ο κομματισμός («κοίτα τον δικό σου τι βλακείες κάνει»). Είναι εύκολο, ανώδυνο, δείχνει σοφία κι ανωτερότητα. Και βεβαίως εξυπηρετεί την εκτροπή. Εδώ λοιπόν χρειάζεται διαχωρισμός αντί για τσουβάλιασμα, διότι δεν είναι όλοι το ίδιο. Είναι πιο δύσκολο και χρειάζεται καλή ενημέρωση. Η επικαιρότητα μάς δίνει κάθε τόσο παραδείγματα. Κι αν μιλάς αντίθετα στο ποίμνιο, τότε και συ δίνεις ένα παράδειγμα. Τέτοια παραδείγματα αποτελούν μιαν αγωγή που έχει δυο στόχους: αμφισβητεί τα αυτονόητα της εκτροπής και προτείνει τα αυτονόητα της ανάταξης.
Πώς μπορείς να διαδόσεις αυτόν τον προβληματισμό; Το πιο δύσκολο – και χρήσιμο – είναι με τη συμπεριφορά σου. Το πιο εύκολο είναι με την κουβέντα, με βάση το επιχείρημα «τάξη, αταξία, ανάταξη». Εξήγα τα κριτήρια που ορίζουν την τάξη, διότι τότε δείχνεις καθαρά ότι έχουμε εκτροπή, δηλαδή αταξία, κι ότι πρέπει να μιλάμε αλλιώς στους επιστάτες.
Το διαδίκτυο είναι ιδανικό εργαλείο. Έχει διεθνή εμβέλεια και μπαίνει στους επιμέρους χώρους: πολιτικούς, δημοσιογράφους, επιχειρηματίες, υπαλλήλους του κράτους, εκκλησία, δασκάλους, φοιτητές κλπ. Ενώνει αυτούς που συμμερίζονται τον ίδιο προβληματισμό.
3. Συνήγοροι θεσμών.
Εμείς παρερχόμαστε, οι θεσμοί μένουν. Κοινοβούλιο, εκλογές, παιδεία, δικαστήρια, πρόνοια, ασφάλεια, ελευθεροτυπία, σύστημα υγείας, εθνική άμυνα: είναι όλοι θεσμοί που τους χρειάζεται η κοινωνία, για να μεταφράζει τις αξίες της σε καθημερινή πράξη.
Απο τους πολιτικούς ζητάμε να τους υπηρετούν σωστά. Αλλά πόσο τακτικά τούς το θυμίζουμε; Σίγουρα δεν τούς μιλάμε αρκετά· τους αφήνουμε να’χουν αυτοί την πρωτοβουλία, για το πότε θα μάς κάνουν μονόλογο στημένο ως διάλογο. Αυτές τις φιλικές συνάξεις σ’ενός γνωστού το σπίτι, μόνο προεκλογικά τις βλέπουμε, ποτέ μετά τις εκλογές, ή πριν τις μεγάλες αποφάσεις. Όμως οι πολιτικοί έχουν διεύθυνση, φαξ, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Πολλοί έχουν και ικανούς συνεργάτες.
Αλλά δεν είναι μόνο οι πολιτικοί, είναι κι οι άλλοι επιστάτες: δημόσιοι υπάλληλοι, κομματικά στελέχη, συνδικαλιστές, διοικητές. Άλλοι βλάπτουν τους θεσμούς, κι άλλοι τους προστατεύουν, σε μια διαρκή σύγκρουση όπου πρέπει να υπάρχει άπλετο φώς. Διότι η λιακάδα είναι το καλύτερο απολυμαντικό. Τι κρύβουνε που «δεν πρέπει» να βγαίνει πιο έξω; Γιατί να προστατεύεις αυτούς που βλάπτουν τους απροστάτευτους; Έχεις το θάρρος να εκτεθείς;
4. Πίεση διαγώνια.
Είναι φυσικό να στηρίζεις κάποιαν που αγαπάς, ακόμα κι όταν έχει άδικο. Όμως πώς να το εξηγήσεις, όταν αφορά ένα κόμμα; Αν είναι απο αφοσίωση, τότε είσαι αξιολύπητος, διότι τού εκχωρείς τη γνώμη σου. Αν όμως είναι απο υπολογισμό, έχει καλώς· διότι σημαίνει πως αύριο μπορεί και να το κατακρίνεις. Εδώ φαίνεται καλά η διαφορά ανάμεσα στο μισθοφόρο που αλλάζει γνώμη και το γενίτσαρο που πεισμώνει.
Διότι ως πότε θ’αφήνεις το «δικό σου» κόμμα να προστατεύει τους κακούς του επιστάτες, να καλύπτει τις βρωμιές τους; Ή ακόμα, πότε θα’χεις το θάρρος λ.χ. να πεις πως οι «μπάτσοι» είναι παιδιά μας, που κάνουν μιαν άχαρη δουλειά; Πως είναι άδικο να τους τσουβαλιάζεις όλους μαζί, με χαζά συνθήματα όπως «μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι»; Θα βρείς το θάρρος να σταθείς αντίθετα στο «πολιτικά ορθό» της μόδας;
Ο σκοπός της διαγώνιας πίεσης είναι να διασπά την εκτροπή, ν’απομονώνει τους ηγέτες της. Ενώ αν η πίεση είναι κατά μέτωπο, συσπειρώνει τους καλούς με τους φαύλους. Το σύστημα της εκτροπής δεν είναι μονοκόμματο. Είναι συνασπισμός απο ετερόκλητα στοιχεία – ζηλωτές και καιροσκόπους, γενίτσαρους και μισθοφόρους – με τεράστιες διαφορές ανάμεσά τους, που τις γεφυρώνει το όφελος της εξουσίας. Το θέμα είναι ν’ανοίξουμε τις ρωγμές, να πέσουν οι γέφυρες.
Γιατί ν’ανοίξουν οι ρωγμές; Διότι οι επιστάτες είναι το πρόβλημα αλλά είναι και η λύση. Άρα είναι δυο τα ζητούμενα.
Απ’έξω, η πίεση να μην προκαλεί αλληλεγγύη ανάμεσά τους, αλλά να διαφοροποιεί τα πρόσωπα. Εδώ βοηθάνε και οι προσωπικές παρεμβάσεις, διότι όλοι έχουμε έναν κύκλο γνωστών και φίλων. Οι μεγαλοστομίες του είδους «γκρέμισμα και ξαναχτίσιμο» ή «θα σάς φάμε» δεν οφελούν. Διότι αν η αντίθεσή σου έχει ως αποτέλεσμα να τους συσπειρώνει, τότε είσαι μάλλον σύμμαχος παρά αντίπαλός τους.
Απο μέσα, το ζητούμενο είναι η αλλαγή συμμαχιών, δηλαδή απόσχιση κι ανασύνθεση. Να χαλαρώσει η κομματική πειθαρχία, ν’αλλάξουν οι συσχετισμοί δυνάμεων. Ποιά είναι τα κίνητρα του καθενός: το συμφέρον, η διάκριση, ο φόβος της περιφρόνησης, η ανάγκη για επανεκλογή; Μια αίσθηση καθήκοντος που την είχε σε αχρηστία; Ο επιστάτης δεν είναι χαζός. Αν υπάρχει πίεση για ανάταξη, θα δει πού γέρνει η τραμπάλα.
5. Ασκήσεις θάρρους.
Πού κρύβεται το θάρρος; Στο βαγόνι του ηλεκτρικού, ένας νταής τυραννά έναν ηλικιωμένο επιβάτη. Οι άλλοι επιβάτες κάνουν πως δεν βλέπουν. Ξαφνικά ο νταής τούς αγριεύει, «τι με κοιτάτε ρε!» κι αυτοί αποστρέφουν το βλέμμα. Λίγο πριν φτάσουν στο σταθμό, ο νταής και το θύμα πιάνονται αγκαζέ και μαζί, σαν φίλοι, υποκλίνονται στους επιβάτες: «Σάς ευχαριστούμε. Αυτή η παράσταση δεν ήταν δική μας αλλά δική σας. Ένα θέαμα δειλίας κι ανανδρίας. Φτού σας ψοφίμια!»
Γιατί οι επιβάτες ήταν απαθείς; Διότι ήταν μοιρασμένη η ευθύνη στο συλλογικό «εμείς». Και τι έπρεπε να’χε συμβεί; Κάποιος να δείξει θάρρος απέναντι στον νταή. Ακόμα και γριούλα να’ναι, μπορεί να ντροπιάσει τους άλλους. Να βρίσει – ή να ειρωνευτεί – προσωπικά έναν πιο νέο, που κρύβεται στη συλλογική ανωνυμία. Το «εμείς» της ανώνυμης ομάδας, να το ζορίσει να γίνει το προσωπικό «εσύ» κι «εγώ».
Δηλαδή κάποιος να ξεκόψει απο το ποίμνιο, απο τη συλλογική απάθεια.
Τέλειωσε η διάλεξη και ο ομιλητής ρωτάει αν κάποιος ακροατής θέλει να πει κάτι. Όλοι σωπαίνουν και η αίθουσα αδειάζει. Όμως ένας – ένας! – να ρωτήσει κάτι, τότε θα σηκώσουν κι άλλοι το χέρι για να μιλήσουν. Το ίδιο στη συνεστίαση. Ξεκινά η μουσική, κανείς δεν σηκώνεται, ενώ πολλοί το σκέφτονται. Αλλά αφού σηκωθεί ο πρώτος θαρραλέος, οι άλλοι τον ακολουθούν. Στην ακρογιαλιά: όλοι ξαπλώνουν ανάμεσα στα σκουπίδια και θα τ’αφήσουν έτσι φεύγοντας. Όμως αρκεί μια-δυο νοικοκυρές ν’αρχίσουν να τα μαζεύουν, για να σηκωθούνε κι άλλοι να βοηθήσουν.
Πότε θα μάθεις αν έχεις θάρρος; Όταν αποφασίσεις να εκτεθείς, να πάς αντίθετα στο ποίμνιο. Γιατί να το κάνεις; Για να στηρίξεις δημόσια μιαν αξία, μ’ένα συγκεκριμένο παράδειγμα, λ.χ. προστατεύοντας αυτόν που αδικείται ή κατηγορώντας αυτόν που αδικεί.
Τότε τι μπορεί να συμβεί; Ίσως να τιμωρηθείς κοινωνικά: να σε στραβοκοιτάξουν ή να σε ειρωνευτούν απο το ποίμνιο. Αλλά αν έχεις δίκιο, τότε θα δεις πως υπάρχουν άλλοι που περιμένουν κάποιον να κάνει την αρχή.
Αν ο πολίτης δεν δημιουργεί δημόσια πίεση κι ενέργεια για ανάταξη, τότε τού αξίζει να μένει υπήκοος. Η εκτροπή είναι το φυσικό αποτέλεσμα της παραίτησης. Και υπάρχει παραίτηση όταν, ανάμεσα στους πολίτες, δεν βρίσκονται αρκετοί θαρραλέοι για να εστιάζουν την τεράστια διάχυτη ενέργεια, την ανάγκη για τάξη, σ’έναν πολιτικό μοχλό κατά της αταξίας.
01/09/2009 σε 17:14
[...] iiiΑ. Οι στόχοι που έχουν σημασία. iiiΒ. Δυνάμεις της ανάταξης, αδυναμίες της εκτροπής. iiiΓ. Δυνάμεις της εκτροπής, αδυναμίες της ανάταξης. iiiΔ. Άρα εγώ, τι να κάνω; [...]
02/10/2009 σε 06:05
[...] από το ιστολόγιο Ανάταξη. Παρακάτω, από την ίδια πηγή, με ποιούς τρόπους [...]